ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ

Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα δεν έδωσε ιστορικές συμφωνίες ούτε ανέτρεψε τις πάγιες και βαθιά ριζωμένες διαφορές Ελλάδας και Τουρκίας. Οι συμφωνίες που ανακοινώθηκαν εντάσσονται στο πεδίο της λεγόμενης «χαμηλής πολιτικής»  (συνεργασία στην οικονομία, στην ενέργεια, στη διαχείριση φυσικών καταστροφών, στην ενίσχυση των διαύλων επικοινωνίας). Στα μείζονα ζητήματα, από την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών μέχρι το κυπριακό, οι δύο πλευρές παρέμειναν συνεπείς στις πάγιες θέσεις τους.

Αλλά, υπό τις συνθήκες το ουσιώδες δεν βρίσκεται στα κείμενα των συμφωνιών. Βρίσκεται στο κλίμα. Στον τόνο. Στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι ηγέτες της  Ελλάδας και της Τουρκίας. Και κυρίως, στην πολιτική βούληση που αναδείχθηκε. Η πολιτική βούληση δεν είναι ευκαταφρόνητος παράγοντας. Είναι η συνειδητή επιλογή ηγετών να επενδύσουν στο διάλογο ακόμη και όταν γνωρίζουν ότι δεν θα αποκομίσουν άμεσα πολιτικά οφέλη. Είναι η απόφαση να διαχειριστούν το εσωτερικό ακροατήριο με ειλικρίνεια και νηφαλιότητα, αποφεύγοντας τον πειρασμό της ρητορικής έντασης. Είναι η επιμονή στη διαδικασία, όταν τα αποτελέσματα δεν έρχονται εύκολα.

Στην περίπτωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, αυτή η βούληση έχει ιδιαίτερη σημασία. Οι διαφορές είναι σύνθετες, ιστορικά φορτισμένες και νομικά περίπλοκες. Καμία συνάντηση, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι δεν μπορεί να τις επιλύσει αυτόματα και εύκολα. Ωστόσο, η χάραξη μιας πορείας συνεργασίας, καλής γειτονίας και ακόμη και φιλίας, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να αποφευχθούν κρίσεις και με την αποφυγή των κρίσεων να ωριμάσουν συνθήκες επίλυσης.

Το μήνυμα που στάληκε είναι διπλό. Προς το εσωτερικό των δύο χωρών, ότι η ειρηνική συνύπαρξη δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας αλλά στρατηγική ωριμότητα. Και προς τη διεθνή κοινότητα, ότι Αθήνα και Άγκυρα αναγνωρίζουν την ευθύνη τους για τη σταθερότητα στην εύφλεκετη περιοχή μας.

Για εμάς τους Κύπριους το μήνυμα αυτό έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Εάν οι δύο μητέρες – πατρίδες (έστω κι αν δεν αρέσει ο όρος) με ανοιχτές και βαθιές διαφορές μπορούν να επιλέγουν τη συνεργασία ως πολιτικό πλαίσιο, πόσο μάλλον εμείς· οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι που επειγόμαστε για τρόπους συνεννόησης για τη μία και κοινή πατρίδα μας. 

Η πολιτική βούληση στην Κύπρο δεν μπορεί να εξαντλείται σε διακηρύξεις και μεγαλόσχημα συνθήματα. Απαιτεί πράξεις. Απαιτεί προτάσεις που να διευκολύνουν τη λύση και όχι να υψώνουν νέα εμπόδια. Όρους που να προχωρούν και όχι να οπισθοδρομούν τη διαδικασία. Διασφάλιση των ήδη συμφωνηθέντων και όχι αμφισβήτηση και ξανά-διαπραγμάτευσή τους.

Η συνάντηση στην Άγκυρα δεν έλυσε τα προβλήματα. Ανέδειξε όμως κάτι ίσως εξίσου σημαντικό: ότι η επιλογή του διαλόγου και της αναζήτησης συμβιβασμού είναι πράξη πολιτικής ευθύνης. Και ότι η αποφασιστικότητα να εργαστεί κανείς με υπομονή, επιμονή και ρεαλισμό αποτελεί προϋπόθεση για κάθε βιώσιμη λύση. Κάτι που την Κύπρο δεν φαίνεται να την αγγίζει.

Αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 13.02.2026

Πηγή: ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΑΓΚΥΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ